υγρασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υγρασία
γενική υγρασίας
αιτιατική υγρασία
κλητική υγρασία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υγρασία < αρχαία ελληνική ὑγρασία < ὑγραίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ɣɾa.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υγρασία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. (μετεωρολογία) η αυξημένη ποσότητα υδρατμών στην ατμόσφαιρα
    Έχει πολλή υγρασία το πρωί. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  2. το πόσο υγρό είναι ένα μέρος ή αντικείμενο
  3. τα σταγονίδια νερού που σχηματίζονται σε μια επιφάνεια ή το σάπισμα από αυτά σε τοίχο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]