υγρό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υγρό υγρά
γενική υγρού υγρών
αιτιατική υγρό υγρά
κλητική υγρό υγρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υγρό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υγρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υγρό ουδέτερο

  1. (φυσική) ρευστό με επιφανειακή τάση
    φυσικό σώμα σε υγρή κατάσταση
    το καλοκαίρι ο οργανισμός μας χρειάζεται υγρά
    η ταχύτητα του ήχου είναι μεγαλύτερη στα υγρά από ό,τι στον αέρα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπερώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

υγρό