υδατοστεγής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υδατοστεγής υδατοστεγής υδατοστεγές
γενική υδατοστεγούς υδατοστεγούς υδατοστεγούς
αιτιατική υδατοστεγή υδατοστεγή υδατοστεγές
κλητική υδατοστεγή(ής) υδατοστεγής υδατοστεγές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υδατοστεγείς υδατοστεγείς υδατοστεγή
γενική υδατοστεγών υδατοστεγών υδατοστεγών
αιτιατική υδατοστεγείς υδατοστεγείς υδατοστεγή
κλητική υδατοστεγείς υδατοστεγείς υδατοστεγή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υδατοστεγής < υδατο- + στέγω + -ής ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) waterproof) πβ. αρχαία ελληνική ὑδασιστεγής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υδατοστεγής, -ής, -ές

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]