υδραγωγείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υδραγωγείο υδραγωγεία
γενική υδραγωγείου υδραγωγείων
αιτιατική υδραγωγείο υδραγωγεία
κλητική υδραγωγείο υδραγωγεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υδραγωγείο < ελληνιστική κοινή ὑδραγωγεῖον (<ὕδωρ) + ἀγωγός
ερείπια ρωμαϊκού υδραγωγείου στη Λέσβο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υδραγωγείο ουδέτερο

  1. τοξωτή κατασκευή που χρησίμευε ως αγωγός για τη μεταφορά νερού και την υδροδότηση πόλεων
  2. εγκατάσταση για τη μεταφορά νερού και την υδροδότηση πόλεων

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]