υδροβολή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υδροβολή υδροβολές
γενική υδροβολής υδροβολών
αιτιατική υδροβολή υδροβολές
κλητική υδροβολή υδροβολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υδροβολή < ύδωρ + βολή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υδροβολή θηλυκό

  1. βολή νερού
  2. (τεχνολογία): μέθοδος αποχρωματισμού μεγάλων επιφανειών με βολή νερού υπό πίεση
  3. (ναυτικός όρος): συνήθης τρόπος καθαρισμού και αποχρωματισμού υφάλων πλοίων κατά τους δεξαμενισμούς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]