Μετάβαση στο περιεχόμενο

υδρογόνωση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υδρογόνωση οι υδρογονώσεις
      γενική της υδρογόνωσης* των υδρογονώσεων
    αιτιατική την υδρογόνωση τις υδρογονώσεις
     κλητική υδρογόνωση υδρογονώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, υδρογονώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υδρογόνωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑδρογόνω(σις) + -ση, (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hydrogénation). Μορφολογικά αναλύεται σε υδρογόν(ο) + -ωση.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.ðɾoˈɣo.no.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υδρογόνηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υδρογόνωση θηλυκό

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]