υδρογόνωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υδρογόνωση | οι | υδρογονώσεις |
| γενική | της | υδρογόνωσης* | των | υδρογονώσεων |
| αιτιατική | την | υδρογόνωση | τις | υδρογονώσεις |
| κλητική | υδρογόνωση | υδρογονώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, υδρογονώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υδρογόνωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑδρογόνω(σις) + -ση, (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hydrogénation). Μορφολογικά αναλύεται σε υδρογόν(ο) + -ωση.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.ðɾoˈɣo.no.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐δρο‐γό‐νη‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υδρογόνωση θηλυκό
- (χημεία) χημική αντίδραση κατά την οποία γίνεται προσθήκη υδρογόνου σε μόρια μιας οργανικής ένωσης
- παλιότερη πολυτονική γραφή: ὑδρογόνωση
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υδρογόνωση
Πηγές
[επεξεργασία]- υδρογόνωση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- υδρογόνωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ωση (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)