υδροσπορά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υδροσπορά (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hydroseeding. Μορφολογικά αναλύεται σε υδρο- + σπορά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υδροσπορά θηλυκό
- (νεολογισμός, τεχνολογία, βοτανική) μέθοδος σποράς με εκτόξευση υγρού που περιέχει μείγμα σπόρων, λίπασμα, άχυρο και άλλα συστατικά απαραίτητα για τη βλάστηση σε μία περιοχή
Συγγενικά
[επεξεργασία]- υδροσπορέας
- → και δείτε τις λέξεις ύδωρ και σπέρνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υδροσπορά
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- υδροσπορά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- υδροσπορά - Χριστοφίδου Αναστασία, (επιμ.), Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 9-10, έτος 2009. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' χωρίς κατάληξη '-ιά' (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα υδρο- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)