υδροφθορικό οξύ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υδροφθορικό οξύ < υδροφθορικό οξύ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hydrofluoric acid)
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]υδροφθορικό οξύ ουδέτερο
- (χημεία) ισχυρό ανόργανο οξύ που αποτελείται από υδρογόνο και φθόριο (HF), γνωστό για την έντονη διαβρωτική του δράση
Συγγενικά
[επεξεργασία]- υδροφθορικός
- → δείτε τις λέξεις ύδωρ, φθόριο και οξύ
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υδροφθορικό οξύ