Μετάβαση στο περιεχόμενο

υδροφθορικό οξύ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υδροφθορικό οξύ < υδροφθορικό οξύ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hydrofluoric acid)

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

υδροφθορικό οξύ ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]