υδροφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ὑδροφόρος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υδροφόρος υδροφόρος υδροφόρο
γενική υδροφόρου υδροφόρου υδροφόρου
αιτιατική υδροφόρο υδροφόρο υδροφόρο
κλητική υδροφόρε υδροφόρε υδροφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υδροφόροι υδροφόροι υδροφόρα
γενική υδροφόρων υδροφόρων υδροφόρων
αιτιατική υδροφόρους υδροφόρους υδροφόρα
κλητική υδροφόροι υδροφόροι υδροφόρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υδροφόρος < αρχαία ελληνική ὑδροφόρος < ὕδωρ + φέρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ðɾɔ.ˈfɔ.ɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υδροφόρος, -ος / -α, -ο

  1. που μεταφέρει νερό
  2. που περιέχει νερό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]