Μετάβαση στο περιεχόμενο

υδροχλωρικό οξύ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υδροχλωρικό οξύ < υδροχλωρικό + οξύ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hydrochloric acid)

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

υδροχλωρικό οξύ ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]