υδροχρωματίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]υδροχρωματίζομαι
- παθητική φωνή του ρήματος υδροχρωματίζω
Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υδροχρωματίζομαι | υδροχρωματιζόμουν(α) | θα υδροχρωματίζομαι | να υδροχρωματίζομαι | ||
| β' ενικ. | υδροχρωματίζεσαι | υδροχρωματιζόσουν(α) | θα υδροχρωματίζεσαι | να υδροχρωματίζεσαι | (υδροχρωματίζου) | |
| γ' ενικ. | υδροχρωματίζεται | υδροχρωματιζόταν(ε) | θα υδροχρωματίζεται | να υδροχρωματίζεται | ||
| α' πληθ. | υδροχρωματιζόμαστε | υδροχρωματιζόμαστε υδροχρωματιζόμασταν |
θα υδροχρωματιζόμαστε | να υδροχρωματιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | υδροχρωματίζεστε | υδροχρωματιζόσαστε υδροχρωματιζόσασταν |
θα υδροχρωματίζεστε | να υδροχρωματίζεστε | (υδροχρωματίζεστε) | |
| γ' πληθ. | υδροχρωματίζονται | υδροχρωματίζονταν υδροχρωματιζόντουσαν |
θα υδροχρωματίζονται | να υδροχρωματίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υδροχρωματίστηκα | θα υδροχρωματιστώ | να υδροχρωματιστώ | υδροχρωματιστεί | ||
| β' ενικ. | υδροχρωματίστηκες | θα υδροχρωματιστείς | να υδροχρωματιστείς | υδροχρωματίσου | ||
| γ' ενικ. | υδροχρωματίστηκε | θα υδροχρωματιστεί | να υδροχρωματιστεί | |||
| α' πληθ. | υδροχρωματιστήκαμε | θα υδροχρωματιστούμε | να υδροχρωματιστούμε | |||
| β' πληθ. | υδροχρωματιστήκατε | θα υδροχρωματιστείτε | να υδροχρωματιστείτε | υδροχρωματιστείτε | ||
| γ' πληθ. | υδροχρωματίστηκαν υδροχρωματιστήκαν(ε) |
θα υδροχρωματιστούν(ε) | να υδροχρωματιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω υδροχρωματιστεί | είχα υδροχρωματιστεί | θα έχω υδροχρωματιστεί | να έχω υδροχρωματιστεί | υδροχρωματισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις υδροχρωματιστεί | είχες υδροχρωματιστεί | θα έχεις υδροχρωματιστεί | να έχεις υδροχρωματιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει υδροχρωματιστεί | είχε υδροχρωματιστεί | θα έχει υδροχρωματιστεί | να έχει υδροχρωματιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε υδροχρωματιστεί | είχαμε υδροχρωματιστεί | θα έχουμε υδροχρωματιστεί | να έχουμε υδροχρωματιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε υδροχρωματιστεί | είχατε υδροχρωματιστεί | θα έχετε υδροχρωματιστεί | να έχετε υδροχρωματιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν υδροχρωματιστεί | είχαν υδροχρωματιστεί | θα έχουν υδροχρωματιστεί | να έχουν υδροχρωματιστεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υδροχρωματίζομαι
|
|