υετός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υετός οι υετοί
      γενική του υετού των υετών
    αιτιατική τον υετό τους υετούς
     κλητική υετέ υετοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υετός < αρχαία ελληνική ὑετός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υετός αρσενικό

  1. οποιαδήποτε μορφή νερού πέφτει στο έδαφος από την ατμόσφαιρα (βροχή, χιόνι, χαλάζι)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]