Μετάβαση στο περιεχόμενο

υλικοκατασκευαστικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υλικοκατασκευαστικός η υλικοκατασκευαστική το υλικοκατασκευαστικό
      γενική του υλικοκατασκευαστικού της υλικοκατασκευαστικής του υλικοκατασκευαστικού
    αιτιατική τον υλικοκατασκευαστικό την υλικοκατασκευαστική το υλικοκατασκευαστικό
     κλητική υλικοκατασκευαστικέ υλικοκατασκευαστική υλικοκατασκευαστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υλικοκατασκευαστικοί οι υλικοκατασκευαστικές τα υλικοκατασκευαστικά
      γενική των υλικοκατασκευαστικών των υλικοκατασκευαστικών των υλικοκατασκευαστικών
    αιτιατική τους υλικοκατασκευαστικούς τις υλικοκατασκευαστικές τα υλικοκατασκευαστικά
     κλητική υλικοκατασκευαστικοί υλικοκατασκευαστικές υλικοκατασκευαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υλικοκατασκευαστικός < υλικό + -ο- + κατασκευαστικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

υλικοκατασκευαστικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]