υλικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υλικό υλικά
γενική υλικού υλικών
αιτιατική υλικό υλικά
κλητική υλικό υλικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υλικό < → λείπει η ετυμολογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.li.ˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υλικό ουδέτερο

  1. ουσία με χαρακτηριστικές ιδιότητες που ταυτοποιούν τη συγκεκριμένη ουσία
  2. (πληροφορική) το ηλεκτρονικό μέρος (hardware) του υπολογιστή, το οποίο και δεν τροποποιείται (μεταβάλλεται) κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του
    • ένα υπολογιστικό σύστημα αποτελείται από το υλικό και το λογισμικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

υλικό