υμνογράφου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

υμνογράφου αρσενικό ή θηλυκό

  1. υμνογράφος, στη γενική του ενικού