υπάγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


(υπάγω < υπό + άγω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υπάγω (και μεσοπαθητικό υπάγομαι)

  1. θέτω κάτι υπό μια γενικότερη κατηγορία, ομοταξία κ.λπ. ή διοίκηση (δόκιμοι τύποι: υπήγον, υπήγαγα, θα υπάξω, έχω υπαγάγει και στο μεσοπαθητικό υπάγομαι, θα υπαχθώ, υπάχθηκα, έχω υπαχθεί και λόγιος αόριστος υπήχθην)
    Ο διευθυντής το υπήγαγε αυτό στον τομέα ασφαλιστηρίων (το ενέταξε κάτω από...)
    Αυτό υπάγεται στην διεύθυνση ασφαλιστηρίων
  2. κατατάσσω σε κατηγορία.
    Υπάγεται στα θηλαστικά, στα μονοκοτυλήδονα κ.λπ.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]