Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπέθεσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

υπέθεσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθέτω