υπέρβαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπέρβαση < αρχαία ελληνική ὑπέρβασις < ὑπερβαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπέρβαση θηλυκό

  1. η διάβαση πάνω από κάτι
  2. το ξεπέρασμα των καθορισμένων ή ανεκτών ορίων, παράβαση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]