υπέργειος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπέργειος < αρχαία ελληνική ὑπέργειος

Επίθετο[επεξεργασία]

υπέργειος, -α, -ο

  • που βρίσκεται πάνω από το έδαφος
    το υπέργειο τμήμα του μετρό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]