Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπέρηχος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υπέρηχος οι υπέρηχοι
      γενική του υπέρηχου
& υπερήχου
των υπέρηχων
& υπερήχων
    αιτιατική τον υπέρηχο τους υπέρηχους
& υπερήχους
     κλητική υπέρηχε υπέρηχοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπέρηχος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ultrasound < υπέρ- + ήχος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπέρηχος αρσενικό

  1. ταλάντωση που έχει τον ίδιο χαρακτήρα με τον ήχο αλλά πολύ μεγαλύτερη συχνότητα, έτσι ώστε να μη γίνεται αντιληπτή από το ανθρώπινο αυτί
      Νυχτερίδα: το ζωντανό ηχητικό ραντάρ. Η νυκτερίδα εκπέμπει υπερήχους τους οποίους χρησιμοποιεί για να προσανατολίζεται και να εντοπίζει το θήραμά της (Νικόλαος Αντωνίου, Παναγιώτης Δημητριάδης, Κωνσταντίνος Καμπούρης, Κωνσταντίνος Παπαμιχάλης, Λαμπρινή Παπατσίμπα, Φυσική (Γ' Γυμνασίου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ανακτήθηκε στις 24/1/2026 )
  2. (ιατρική) το υπερηχογράφημα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]