υπέρπνοια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπέρπνοια < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hyperpnea
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπέρπνοια θηλυκό
- (ιατρική) η αυξημένη και βαθιά αναπνοή που ενισχύει την πρόσληψη οξυγόνου, συχνά ως φυσιολογική αντίδραση σε έντονη δραστηριότητα ή ως παθολογικό σύμπτωμα σε καταστάσεις όπως η οξέωση ή η αναιμία
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)