υπήκοος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπήκοος υπήκοοι
γενική υπηκόου υπηκόων
αιτιατική υπήκοο υπηκόους
κλητική υπήκοε υπήκοοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπήκοος < αρχαία ελληνική ὑπήκοος < ὑπό + ἀκοή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπήκοος αρσενικό ή θηλυκό

  1. πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους, ο πολίτης ενός κράτους
  2. ο υποκείμενος στην εξουσία


32πχ Μεταφράσεις[]