υπήκοος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | υπήκοος | οι | υπήκοοι |
| γενική | του/της του |
υπηκόου υπήκοου |
των | υπηκόων |
| αιτιατική | τον/την | υπήκοο | τους/τις τους |
υπηκόους υπήκοους |
| κλητική | υπήκοε | υπήκοοι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «κάτοικος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπήκοος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπήκοος < υπ- ὑπό + ἀκοή
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /iˈpi.ko.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πή‐κο‐ος
- παρώνυμο: υπάκουος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπήκοος αρσενικό ή θηλυκό
- πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα / ιθαγένεια ενός κράτους· ο πολίτης ενός κράτους
- ο υποκείμενος στην εξουσία
- ※ Οι λαοί-υπήκοοι λοιπόν της Αυτοκρατορίας θεωρούσαν φυσικό να κινούνται σε πολύγλωσσο περιβάλλον· οι προερχόμενοι από τη νότια Βαλκανική χειρίζονταν την ελληνική γλώσσα ή εκτιμούσαν ότι η ελληνική ήταν, τουλάχιστον ώς τις αρχές του 19ου αι. , η lingua franca Ελλήνων, Βουλγάρων, Βλάχων αλλά και των Σέρβων εν μέρει στον τομέα του εμπορίου και της παιδείας (Η Γλωσσική Εκπαίδευση Των Ελλήνων Μετανάστων Στην Ευρώπη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσης, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 1997, σελ. 19)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] που έχει υπηκοότητα (αρσενικό)
|
που έχει υπηκοότητα (θηλυκό)
|
υποκείμενος (θηλυκό)
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κάτοικος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα υπ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)