υπαίτιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ὑπαίτιος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπαίτιος < αρχαία ελληνική ὑπαίτιος < ὑπό και αἰτία

Επίθετο[επεξεργασία]

υπαίτιος

  • Αυτός που ευθύνεται για κάτι. Χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική έννοια.
Ο υπαίτιος της καταστροφής.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]