υπαινιγμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπαινιγμός υπαινιγμοί
γενική υπαινιγμού υπαινιγμών
αιτιατική υπαινιγμό υπαινιγμούς
κλητική υπαινιγμέ υπαινιγμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπαινιγμός < υπαινίσσομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπαινιγμός αρσενικό

  1. λόγος που αναφέρεται έμμεσα σε ένα θέμα και χωρίς να το λέει καθαρά, ωστόσο υπονοεί κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υπονοούμενο
  2. λόγος που κάνει μια απλή αναφορά σε ένα θέμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νύξη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]