υπαιτιότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπαιτιότητα υπαιτιότητες
γενική υπαιτιότητας υπαιτιοτήτων
αιτιατική υπαιτιότητα υπαιτιότητες
κλητική υπαιτιότητα υπαιτιότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπαιτιότητα < υπαίτιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπαιτιότητα θηλυκό

  • η ευθύνη κάποιου για κακή εξέλιξη ή κακό αποτέλεσμα (που έχει να κάνει, δηλαδή, με δόλο ή αμέλεια)
    ο κύριος Ζήτα δεν έχει κάποια υπαιτιότητα για την κατάσταση του κυρίου Ρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]