υπακούω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπακούω < αρχαία ελληνική ὑπακούω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pa.ˈku.ɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υπακούω

  1. ακολουθώ τις εντολές, πειθαρχώ στις διαταγές που δέχομαι
  2. (για μηχανήματα) λειτουργώ κανονικά και ανταποκρίνομαι στις εντολές του χειριστή
    ο οδηγός πάτησε φρένο, αλλά το αυτοκίνητο δεν υπάκουσε κι έπεσε πάνω στο προπορευόμενο όχημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]