υπαλληλοποίηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υπαλληλοποίηση | οι | υπαλληλοποιήσεις |
| γενική | της | υπαλληλοποίησης* | των | υπαλληλοποιήσεων |
| αιτιατική | την | υπαλληλοποίηση | τις | υπαλληλοποιήσεις |
| κλητική | υπαλληλοποίηση | υπαλληλοποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, υπαλληλοποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπαλληλοποίηση < υπαλληλοποιώ + -ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπαλληλοποίηση θηλυκό
- (νεολογισμός, σπάνιο) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπαλληλοποιώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπαλληλοποίηση
|
|