υπαμοιβή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπαμοιβή θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη υπαμείβω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπαμοιβή
|
|