Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπανδρεία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπανδρεία οι υπανδρείες
      γενική της υπανδρείας των υπανδρειών
    αιτιατική την υπανδρεία τις υπανδρείες
     κλητική υπανδρεία υπανδρείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπανδρεία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπανδρεία < μεσαιωνική ελληνική ὑπανδρεία, ὑπανδρία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.panˈðɾi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υπανδρεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπανδρεία θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  • παντρειά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)