υπανδρεύω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπανδρεύω < μεσαιωνική ελληνική ὑπανδρεύω < ελληνιστική κοινή ὕπανδρος < ὑπό + ἀνήρ
Ρήμα
[επεξεργασία]υπανδρεύω
- (λόγιο) (παρωχημένο) άλλη μορφή του παντρεύω
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υπανδρεύω | υπάνδρευα | θα υπανδρεύω | να υπανδρεύω | υπανδρεύοντας | |
| β' ενικ. | υπανδρεύεις | υπάνδρευες | θα υπανδρεύεις | να υπανδρεύεις | υπάνδρευε | |
| γ' ενικ. | υπανδρεύει | υπάνδρευε | θα υπανδρεύει | να υπανδρεύει | ||
| α' πληθ. | υπανδρεύουμε | υπανδρεύαμε | θα υπανδρεύουμε | να υπανδρεύουμε | ||
| β' πληθ. | υπανδρεύετε | υπανδρεύατε | θα υπανδρεύετε | να υπανδρεύετε | υπανδρεύετε | |
| γ' πληθ. | υπανδρεύουν(ε) | υπάνδρευαν υπανδρεύαν(ε) |
θα υπανδρεύουν(ε) | να υπανδρεύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υπάνδρευσα | θα υπανδρεύσω | να υπανδρεύσω | υπανδρεύσει | ||
| β' ενικ. | υπάνδρευσες | θα υπανδρεύσεις | να υπανδρεύσεις | υπάνδρευσε | ||
| γ' ενικ. | υπάνδρευσε | θα υπανδρεύσει | να υπανδρεύσει | |||
| α' πληθ. | υπανδρεύσαμε | θα υπανδρεύσουμε | να υπανδρεύσουμε | |||
| β' πληθ. | υπανδρεύσατε | θα υπανδρεύσετε | να υπανδρεύσετε | υπανδρεύστε | ||
| γ' πληθ. | υπάνδρευσαν υπανδρεύσαν(ε) |
θα υπανδρεύσουν(ε) | να υπανδρεύσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω υπανδρεύσει | είχα υπανδρεύσει | θα έχω υπανδρεύσει | να έχω υπανδρεύσει | ||
| β' ενικ. | έχεις υπανδρεύσει | είχες υπανδρεύσει | θα έχεις υπανδρεύσει | να έχεις υπανδρεύσει | ||
| γ' ενικ. | έχει υπανδρεύσει | είχε υπανδρεύσει | θα έχει υπανδρεύσει | να έχει υπανδρεύσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε υπανδρεύσει | είχαμε υπανδρεύσει | θα έχουμε υπανδρεύσει | να έχουμε υπανδρεύσει | ||
| β' πληθ. | έχετε υπανδρεύσει | είχατε υπανδρεύσει | θα έχετε υπανδρεύσει | να έχετε υπανδρεύσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν υπανδρεύσει | είχαν υπανδρεύσει | θα έχουν υπανδρεύσει | να έχουν υπανδρεύσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπανδρεύω
|