υπενδύτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ὑπενδύτης, ἐπενδύτης, επενδύτης, επενδυτής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υπενδύτης οι υπενδύτες
      γενική του υπενδύτη των υπενδυτών
    αιτιατική τον υπενδύτη τους υπενδύτες
     κλητική υπενδύτη υπενδύτες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπενδύτης < ελληνιστική κοινή ὑπενδύτης < ὑπενδύω < ὑπό + αρχαία ελληνική ἐνδύω < ἐν + δύω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pεn.ˈði.tis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπενδύτης αρσενικό

  1. (καθαρεύουσα) (παρωχημένο) (ενδυμασία) εσώρουχο, εσωτερικό ένδυμα
  2. (καθαρεύουσα) (παρωχημένο) (ενδυμασία) γιλέκο
  3. (βοτανική) αυτό που καλύπτει τα σποριάγγεια κάποιων φυτών για να τα προφυλάξει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]