υπενοικιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπενοικιάζω < υπ- + ενοικιάζω < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sous-louer

Ρήμα[επεξεργασία]

υπενοικιάζω

  1. νοικιάζω δωμάτιο, διαμέρισμα κλπ. σε κάποιον το οποίο το έχω νοικιάσει εγώ από άλλον, συνήθως για μικρό χρονικό διάστημα
     συνώνυμα: υπεκμισθώνω
  2. νοικιάζω από κάποιον χώρο που τον έχει νοικιάσει από άλλον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη ενοίκιο

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]