υπεράσπιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπεράσπιση οι υπερασπίσεις
      γενική της υπεράσπισης
υπερασπίσεως*
των υπερασπίσεων
    αιτιατική την υπεράσπιση τις υπερασπίσεις
     κλητική υπεράσπιση υπερασπίσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπεράσπιση < υπερασπίζω {{ετυ++

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.peˈɾa.spi.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπεράσπιση θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. η προστασία και η υποστήριξη έναντι κάποιου κινδύνου ή απειλής
     συνώνυμα: προάσπιση
    η υπεράσπιση των θεσμών
  2. (νομικός όρος) η συνηγορία στο δικαστήριο υπέρ ενός κατηγορουμένου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]