υπερήλικας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερήλικας υπερήλικες
γενική υπερήλικα υπερηλίκων
αιτιατική υπερήλικα υπερήλικες
κλητική υπερήλικα υπερήλικες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερήλικας < ελληνιστική κοινή ὑπερῆλιξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπερήλικας αρσενικό ή θηλυκό

  1. αρκετά ηλικιωμένο άτομο, συνήθως πάνω ή γύρω από τον προσδόκιμο μέσο όρο ζωής

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Συνήθως λέγεται για ανθρώπους άνω των 80 χρονών.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]