υπερήλικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική υπερήλικος υπερήλικη υπερήλικο
γενική υπερήλικου υπερήλικης υπερήλικου
αιτιατική υπερήλικο υπερήλικη υπερήλικο
κλητική υπερήλικε υπερήλικη υπερήλικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερήλικοι υπερήλικες υπερήλικα
γενική υπερήλικων υπερήλικων υπερήλικων
αιτιατική υπερήλικους υπερήλικες υπερήλικα
κλητική υπερήλικοι υπερήλικες υπερήλικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερήλικος < υπέρ + ηλικία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπερήλικος

  • που έχει φτάσει με πολύ μεγάλη ηλικία.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]