υπεραγωγιμότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπεραγωγιμότητα υπεραγωγιμότητες
γενική υπεραγωγιμότητας υπεραγωγιμοτήτων
αιτιατική υπεραγωγιμότητα υπεραγωγιμότητες
κλητική υπεραγωγιμότητα υπεραγωγιμότητες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπεραγωγιμότητα < υπερ- + αγωγιμότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπεραγωγιμότητα θηλυκό

  1. ιδιότητα της ύλης να διαρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα χωρίς σχεδόν ηλεκτρική αντίσταση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]