υπεραισθησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπεραισθησία υπεραισθησίες
γενική υπεραισθησίας υπεραισθησιών
αιτιατική υπεραισθησία υπεραισθησίες
κλητική υπεραισθησία υπεραισθησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπεραισθησία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπεραισθησία θηλυκό

  1. (ιατρική) η χαμηλού ορίου (εύκολη) απόκριση στα ερεθίσματα
  2. (ιατρική) η υπερβολική απόκριση και κυρίως αντίδραση στα ερεθίσματα
  3. (ψυχολογία) η νοερή ερεθισματική γένεση (ενώ δεν υπάρχουν εξωτερικά ερεθίσματα)
    ψευδοβιωματικότητα, κιβδηλοβιωματικότητα
    (διότι ψευδοβιωματικότητα δεν υφίσταται, ακόμα και ένα ψευδές ερέθισμα παράγει βιωματικότητα)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]