υπεραξία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπεραξία υπεραξίες
γενική υπεραξίας υπεραξιών
αιτιατική υπεραξία υπεραξίες
κλητική υπεραξία υπεραξίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπεραξία < υπέρ + αξία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπεραξία θηλυκό

  1. η πρόσθετη αξία που αποκτά ένα αγαθό κατά τη στιγμή της πώλησής του σε σχέση με αυτήν που είχε παλαιότερα ή με τη λογιστική αποτίμησή του
  2. (οικονομία) η διαφορά που προκύπτει όταν αφαιρέσουμε την αμοιβή της εργασίας από τη συνολική αξία που προστίθεται σε ένα αγαθό μέσω της εργασίας αυτής
    όσο μεγαλύτερη η υπεραξία τόσο περισσότερες προοπτικές υπάρχουν για επενδύσεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]