Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπεραποδίδω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπεραποδίδω (νεολογισμός) < υπερ- + αποδίδω

υπεραποδίδω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]