υπερασπισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπερασπισμένος υπερασπισμένη υπερασπισμένο
γενική υπερασπισμένου υπερασπισμένης υπερασπισμένου
αιτιατική υπερασπισμένο υπερασπισμένη υπερασπισμένο
κλητική υπερασπισμένε υπερασπισμένη υπερασπισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερασπισμένοι υπερασπισμένες υπερασπισμένα
γενική υπερασπισμένων υπερασπισμένων υπερασπισμένων
αιτιατική υπερασπισμένους υπερασπισμένες υπερασπισμένα
κλητική υπερασπισμένοι υπερασπισμένες υπερασπισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερασπισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερασπίζω, υπερασπίζομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

υπερασπισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: υπερασπίζομαι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]