υπερασφάλιση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υπερασφάλιση | οι | υπερασφαλίσεις |
| γενική | της | υπερασφάλισης* | των | υπερασφαλίσεων |
| αιτιατική | την | υπερασφάλιση | τις | υπερασφαλίσεις |
| κλητική | υπερασφάλιση | υπερασφαλίσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, υπερασφαλίσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερασφάλιση < υπερ- + ασφάλιση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική overinsurance)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπερασφάλιση θηλυκό
- (νομικός όρος) η ασφαλιστική κατάσταση κατά την οποία το ασφαλισμένο ποσό είναι μεγαλύτερο από την πραγματική ή εκτιμώμενη αξία του αντικειμένου
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερασφάλιση
Πηγές
[επεξεργασία]- υπερασφάλιση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)