υπερβατικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική υπερβατικός υπερβατική υπερβατικό
γενική υπερβατικού υπερβατικής υπερβατικού
αιτιατική υπερβατικό υπερβατική υπερβατικό
κλητική υπερβατικέ υπερβατική υπερβατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερβατικοί υπερβατικές υπερβατικά
γενική υπερβατικών υπερβατικών υπερβατικών
αιτιατική υπερβατικούς υπερβατικές υπερβατικά
κλητική υπερβατικοί υπερβατικές υπερβατικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερβατικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπερβατικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τον υπεραισθητό ή μεταφυσικό κόσμο, με τον κόσμο που δεν γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]