υπερβολές
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.peɾ.voˈles/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐περ‐βο‐λές
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]υπερβολές θηλυκό
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβολή