υπερβόσκηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερβόσκηση υπερβοσκήσεις
γενική υπερβόσκησης
& υπερβοσκήσεως
υπερβοσκήσεων
αιτιατική υπερβόσκηση υπερβοσκήσεις
κλητική υπερβόσκηση υπερβοσκήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερβόσκηση < υπερ- + βόσκηση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπερβόσκηση θηλυκό

  • η εντατική και καθ' υπερβολή βόσκηση μιας περιοχής, με αρνητικές γι' αυτή συνέπειες
    Μάλιστα η καταστροφή σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται με τραγικές συνθήκες που συνιστούν απλώς μία φάση πριν από την πλήρη ερημοποίηση και το απογύμνωμα των βουνών με διάβρωση. Κύριο αίτιο της σημερινής κατάστασης φαίνεται να είναι ο συνδυασμός της φωτιάς με την υπερβόσκηση που την ακολουθεί. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]