υπερεκκρίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερεκκρίνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπερεκκρίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + εκκρίνω.
Ρήμα
[επεξεργασία]υπερεκκρίνω (παθητική φωνή: υπερεκκρίνομαι)
- εκκρίνω μία ουσία σε υπερβολική ποσότητα
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- ὑπερεκκρίνω (πολυτονικό σύστημα, πριν από την ορθογραφική μεταρρύθμιση του 1982)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερεκκρίνω
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- υπερεκκρίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας