υπερεκκρίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερεκκρίνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπερεκκρίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + εκκρίνω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.peɾ.eˈkɾi.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐περ‐εκ‐κρί‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]υπερεκκρίνω, πρτ.: υπερέκκρινα, αόρ.: υπερέκκρινα, παθ.φωνή: υπερεκκρίνομαι, π.αόρ.: υπερεκκρίθηκα, μτχ.π.π.: υπερεκκριμένος
- εκκρίνω μία ουσία σε υπερβολική ποσότητα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]- Ενεργητική φωνή → λείπει η κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υπερεκκρίνομαι | υπερεκκρινόμουν(α) | θα υπερεκκρίνομαι | να υπερεκκρίνομαι | ||
| β' ενικ. | υπερεκκρίνεσαι | υπερεκκρινόσουν(α) | θα υπερεκκρίνεσαι | να υπερεκκρίνεσαι | ||
| γ' ενικ. | υπερεκκρίνεται | υπερεκκρινόταν(ε) | θα υπερεκκρίνεται | να υπερεκκρίνεται | ||
| α' πληθ. | υπερεκκρινόμαστε | υπερεκκρινόμαστε υπερεκκρινόμασταν |
θα υπερεκκρινόμαστε | να υπερεκκρινόμαστε | ||
| β' πληθ. | υπερεκκρίνεστε | υπερεκκρινόσαστε υπερεκκρινόσασταν |
θα υπερεκκρίνεστε | να υπερεκκρίνεστε | (υπερεκκρίνεστε) | |
| γ' πληθ. | υπερεκκρίνονται | υπερεκκρίνονταν υπερεκκρινόντουσαν |
θα υπερεκκρίνονται | να υπερεκκρίνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υπερεκκρίθηκα | θα υπερεκκριθώ | να υπερεκκριθώ | υπερεκκριθεί | ||
| β' ενικ. | υπερεκκρίθηκες | θα υπερεκκριθείς | να υπερεκκριθείς | υπερεκκρίσου | ||
| γ' ενικ. | υπερεκκρίθηκε | θα υπερεκκριθεί | να υπερεκκριθεί | |||
| α' πληθ. | υπερεκκριθήκαμε | θα υπερεκκριθούμε | να υπερεκκριθούμε | |||
| β' πληθ. | υπερεκκριθήκατε | θα υπερεκκριθείτε | να υπερεκκριθείτε | υπερεκκριθείτε | ||
| γ' πληθ. | υπερεκκρίθηκαν υπερεκκριθήκαν(ε) |
θα υπερεκκριθούν(ε) | να υπερεκκριθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω υπερεκκριθεί | είχα υπερεκκριθεί | θα έχω υπερεκκριθεί | να έχω υπερεκκριθεί | υπερεκκριμένος | |
| β' ενικ. | έχεις υπερεκκριθεί | είχες υπερεκκριθεί | θα έχεις υπερεκκριθεί | να έχεις υπερεκκριθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει υπερεκκριθεί | είχε υπερεκκριθεί | θα έχει υπερεκκριθεί | να έχει υπερεκκριθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε υπερεκκριθεί | είχαμε υπερεκκριθεί | θα έχουμε υπερεκκριθεί | να έχουμε υπερεκκριθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε υπερεκκριθεί | είχατε υπερεκκριθεί | θα έχετε υπερεκκριθεί | να έχετε υπερεκκριθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν υπερεκκριθεί | είχαν υπερεκκριθεί | θα έχουν υπερεκκριθεί | να έχουν υπερεκκριθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι υπερεκκριμένος - είμαστε, είστε, είναι υπερεκκριμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν υπερεκκριμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν υπερεκκριμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι υπερεκκριμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι υπερεκκριμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι υπερεκκριμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι υπερεκκριμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερεκκρίνω
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- υπερεκκρίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)