Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπερεκκρίνω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ὑπερεκκρίνω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπερεκκρίνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπερεκκρίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ- + εκκρίνω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.peɾ.eˈkɾi.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐περ‐εκ‐κρί‐νω

υπερεκκρίνω, πρτ.: υπερέκκρινα, αόρ.: υπερέκκρινα, παθ.φωνή: υπερεκκρίνομαι, π.αόρ.: υπερεκκρίθηκα, μτχ.π.π.: υπερεκκριμένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ και δείτε τις λέξεις υπέρ, εκκρίνω και κρίνω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]