Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπερελικοειδής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπερελικοειδής η υπερελικοειδής το υπερελικοειδές
      γενική του υπερελικοειδούς* της υπερελικοειδούς του υπερελικοειδούς
    αιτιατική τον υπερελικοειδή την υπερελικοειδή το υπερελικοειδές
     κλητική υπερελικοειδή(ς) υπερελικοειδής υπερελικοειδές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπερελικοειδείς οι υπερελικοειδείς τα υπερελικοειδή
      γενική των υπερελικοειδών των υπερελικοειδών των υπερελικοειδών
    αιτιατική τους υπερελικοειδείς τις υπερελικοειδείς τα υπερελικοειδή
     κλητική υπερελικοειδείς υπερελικοειδείς υπερελικοειδή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπερελικοειδής < υπερ- + ελικοειδής (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική superhelical)

Επίθετο

[επεξεργασία]

υπερελικοειδής

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]