Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπερευχαρίστησε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

υπερευχαρίστησε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ