υπερηφάνεια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερηφάνεια < υπερηφανεύομαι + -εια • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.pe.ɾiˈfa.ni.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πε‐ρη‐φά‐νει‐α δείτε και περηφάνια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπερηφάνεια θηλυκό
- το θετικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αυτοεπιβεβαίωσή του
- ※ Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και ένιωσε ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τον πατέρα της. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί την αξία του ως άνθρωπος και πλήττεται όταν κάποιος προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του
- (αρνητικά) η αλαζονεία
- ※ Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφρονούμε ... (Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)