υπερηφάνεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερηφάνεια υπερηφάνειες
γενική υπερηφάνειας υπερηφανειών
αιτιατική υπερηφάνεια υπερηφάνειες
κλητική υπερηφάνεια υπερηφάνειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερηφάνεια < υπερηφανεύομαι + -εια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπερηφάνεια θηλυκό

  • το θετικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αυτοεπιβεβαίωσή του
  • το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί την αξία του ως άνθρωπος και πλήττεται όταν κάποιος προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του
  • (αρνητικά) η αλαζονεία

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]