υπερηφάνεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερηφάνεια υπερηφάνειες
γενική υπερηφάνειας υπερηφανειών
αιτιατική υπερηφάνεια υπερηφάνειες
κλητική υπερηφάνεια υπερηφάνειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπερηφάνεια < αρχαία ελληνική ὑπερηφανία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπερηφάνεια θηλυκό ή περηφάνια

  • το θετικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αυτοεπιβεβαίωσή του
  • το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί την αξία του ως άνθρωπος και πλήττεται όταν κάποιος προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του
  • (αρνητικά) η αλαζονεία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]