υπερηφανευμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπερηφανευμένος υπερηφανευμένη υπερηφανευμένο
γενική υπερηφανευμένου υπερηφανευμένης υπερηφανευμένου
αιτιατική υπερηφανευμένο υπερηφανευμένη υπερηφανευμένο
κλητική υπερηφανευμένε υπερηφανευμένη υπερηφανευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερηφανευμένοι υπερηφανευμένες υπερηφανευμένα
γενική υπερηφανευμένων υπερηφανευμένων υπερηφανευμένων
αιτιατική υπερηφανευμένους υπερηφανευμένες υπερηφανευμένα
κλητική υπερηφανευμένοι υπερηφανευμένες υπερηφανευμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερηφανευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερηφανεύομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

υπερηφανευμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: υπερηφανεύομαι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]