υπερθερμαίνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερθερμαίνομαι < παθητική φωνή του ρήματος υπερθερμαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υπερθερμαίνομαι

  1. (αδόκιμο για έμψυχα και στο πρώτο πρόσωπο) Οταν κάτι θερμαίνεται υπερβολικά, σε θερμοκρασία υψηλότερη από τις προδιαγραφές
    ο λέβητας υπερθερμάνθηκε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]